top

Έκθεση Μητροπολίτου Ιταλίας Σπυρίδωνος
προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο
για τα εκκλησιαστικά πράγματα της Ιταλίας

( 28 Μαΐου 1996 )

Αρ. Πρωτ. 287/96

Τη Αυτού Θειοτάτη Παναγιότητι
τώ Οικουμενικώ Πατριάρχη
κυρίω μοι κυρίω Βαρθολομαίω,

προσκυνητώς.

Παναγιώτατε και θειότατε Πάτερ και Δέσποτα,

Καθηκόντως υποβάλλω τη Υμετέρα σεπτή Κορυφή την έκθεσιν των εν τη Ιερά Μητροπόλει Ιταλίας πεπραγμένων κατά το παρελθόν έτος 1995.

Κατά το διαρρεύσαν έτος επραγματοποιήθησαν σημαντικά τινα βήματα προς αρτιωτέραν οργάνωσιν της Ιεράς Μητροπόλεως και περαιτέρω παγίωσιν της Ορθοδοξιας εν Ιταλία. Τα βήματα ταύτα εγένοντο κυρίως: α) εν τοις τομεύσι των ενοριακών, κοινοτικών και μοναστικών πραγμάτων· β) εν τω εκδοτικώ πεδίω· και γ) εν τω χώρω των σχέσεων της Ιεράς Μητροπόλεως προς την Ιταλικήν Πολιτείαν.

1. ΠΟΙΜΝΙΟΝ

Ιδιαιτέρως απησχόλησε την Ιεράν Μητρόπολιν και κατά το 1995 το πρόβλημα της διατηρήσεως του λαού ημών εν τη ορθοδόξω πίστει και της μεταδόσεως της ορθοδόξου πίστεως εις τας νέας γενεάς.

Ως γνωστόν, το πρόβλημα τούτο καθίσταται οξύτατον, λαμβανομένου υπ’ όψιν, ότι ουδείς των σημερινών πιστών ημών εν Ιταλία προέρχεται εκ των επί αιώνας προϋπαρξασών ενταύθα αναριθμήτων ελληνορθοδόξων γενεών. Το εν Ιταλία ποίμνιον της Εκκλησίας ημών απετέλουν πάντοτε νέοι κυρίως μετανάσται, της δευτέρας αυτών γενεάς αφομοιουμένης συνήθως εξ ολοκλήρου υπό του ρωμαιοκαθολικού ιταλικού περιβάλλοντος.

Το σημερινόν ποίμνιον της Ι. Μητροπόλεως αποτελείται κατά πλειονότητα αφ’ ενός μέν εκ της αισθητώς φθινούσης πλέον μεγάλης τάξεως των εκ Μικράς Ασίας, Δωδεκανήσου, Αιγύπτου, Αιθιοπίας-Ερυθραίας και Λιβύης προερχομένων και λόγω πολιτικο-κρατικών συνθηκών προ τριακονταετίας και πλέον εγκατασταθέντων ενταύθα παραδοσιακών πιστών, αφ’ ετέρου δε εκ της νέας μεγάλης τάξεως των ελλαδιτών φοιτητών, οίτινες, επιτυχόντες ή μη κατά τας ενταύθα σπουδάς αυτών και συνάψαντες σχεδόν πάντες (95%) μικτούς γάμους, παρέμειναν εν Ιταλία.

Καθίσταται κατά ταύτα ευκόλως αντιληπτή η τεραστία δυσκολία, μεθ’ ης η Εκκλησία ημών επιτελεί το ταπεινόν αυτής ποιμαντικόν έργον παρά τοις προερχομένοις πλέον κατ’ αποκλειστικότητα σχεδόν εκ της κυρίως Ελλάδος πιστοίς αυτής, στερουμένοις ως επί το πλείστον υγιούς θρησκευτικής βάσεως και έχουσι κατά κανόνα αφηρημένην όλως ιδέαν περί των εκκλησιαστικών ημών πραγμάτων, επί πλέον δε σχηματίσασι και μικτήν οικογένειαν.

Την δυσκολίαν ταύτην καθίστησιν έτι μεγαλυτέραν η συνεχιζομένη υπό των Ελλαδικών Αρχών σύστασις αναγκαίων και μη “ελληνικών σχολείων” και η ως εκ ταύτης βαθμιαία αντικατάστασις των παλαιών κοινοτικών ή ενοριακών ημών σχολών. Ευνόητον, ότι η λειτουργία των ως επί το πολύ περιττών τούτων κρατικών σχολείων δυσχεραίνει τα μέγιστα την μετά των κληρικων ημών επικοινωνίαν και αναστροφήν της ελληνορθοδοξου νεολαίας, φέρουσα αναποφεύκτως εις παντελή ταύτης αποκοπήν από της Εκκλησίας.

Προς αντιμετώπισιν της δυσκόλου ταύτης καταστάσεως η Ιερά Μητρόπολις κατέβαλε και κατά το 1995 πάσαν δυνατήν προσπάθειαν όπως επιτείνη το κηρυγματικόν έργον των κληρικών αυτής, ενθαρρύνη την επανάληψιν των κατά τον ρούν του χρόνου εγκαταλειφθεισών χαρακτηριστικών της παραδόσεως ημών ιεροτελεστιών (περιφοράν επιταφίου κατά την Μεγάλην Παρασκευήν, κατάδυσιν του Τιμίου Σταυρού εν τη θαλάσση ή τοις ποταμοίς κατά την εορτήν των Θεοφανείων κλπ.), αυξήση και βελτιώση τας προς τους θρησκευτικώς απαιδεύτους και ως επί το πολύ ακατηχήτους πιστούς ημών απευθυνομένας πενιχράς αυτής περιοδικάς και ετησίας εκδόσεις, περί ων κατωτέρω, κλπ. Συγχρόνως εδράξατο αύτη πάσης ευκαιρίας ίνα προβάλη την Μητέρα των πιστών ημών Εκκλησίαν και εμπεδώση ταύτην εν τη συνειδήσει αυτών τόσω δια των ως άνω εκδόσεων, αναφερομένων συνεχώς εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, όσω και δια της επ’ εκκλησίας αναγνώσεως, αλλά και δια της εν φυλλαδίοις διανομής τοις πιστοίς, του κείμενου των σεπτών επί τοις Χριστουγέννοις και τω Πάσχα Πατριαρχικών Αποδείξεων, ως και του σεπτού Πατριαρχικου Μηνύματος επί τη ημέρα προσευχών υπέρ της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, ελληνιστί τε και ιταλιστί.

2. ΕΝΟΡΙΑΙ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ

Α. Ενορίαι

Ο αριθμός των Ενοριών της Ι. Μητροπόλεως ηυξήθη κατά το παρελθόν έτος από δεκατεσσάρων (14) εις είκοσι και τρεις (23). Εκ τούτων άλλαι μέν έχουσιν ίδιον ιερέα, άλλαι δέ, στερούμεναι τοιούτου, εξυπηρετούνται περιοδικώς, ήτοι κατά τακτά μηνιαία διαστήματα, υφ’ ελληνορθοδόξου κατά κανόνα ιερέως άλλης πόλεως. Αι στερούμεναι ιδίου λατρευτικού χωρού νεώτεραι ενορίαι, τελούσι τας ιεράς αυτών ακολουθίας εν ρωμαιοκαθολικοίς ως επί το πλείστον ναοίς, αλλ’ ενιαχού και εν προτεσταντικοίς τοιούτοις.

Πάσαι αι Ενορίαι αύται διοικούνται βάσει ενιαίου και ομοιομόρφου Καταστατικού, εγκριθέντος προ διετιας υπό της Μητρός Εκκλησίας, είναι δε εγγεγραμμέναι παρά τοις κατά τόπους δημοτικοίς ληξιαρχείοις, έχουσαι ίδιον εκάστη λογαριασμόν ταμιευτηρίου.

Παρά την αριθμητικήν αύξησιν ταύτην των Ενοριών ημών, συνεχίζει ούσα αισθητή η απουσία της Εκκλησίας ημών κυρίως εν Βάρη της Νοτίου Ιταλίας και εν Βολωνία της Βορειοκεντρικής Ιταλίας, ένθα αι ελληνορθόδοξοι ημών παροικίαι τυγχάνουσιν εκ των πολυπληθεστέρων της χώρας. Η ανάγκη ιδρύσεως ενοριών εν ταις πόλεσι ταύταις καθίσταται τοσούτω μάλλον επιτακτικωτέρα όσω εν μέν τη Βάρη υπάρχει από δεκαετιών ελληνόρρυθμος ρωμαιοκαθολική ενορία άνευ ιδίων πιστών, εν δε τη πόλει της Βολωνίας οι πιστοί ημών εκκλησιάζονται παρ’ ιταλώ ορθοδόξω κληρικώ, υπαγομένω μέχρι τούδε τη εν Jordanville (NY) των Ηνωμένων Πολιτειών εδρευούση Υπερορίω Ρωσσική Ορθοδόξω Εκκλησία και ζητούντι νυν ίνα υπαχθή τη υπό τον Οικουμενικόν Θρόνον Ι. Αρχιεπισκοπή των Ορθοδόξων Ρωσσικών Παροικιών Δυτικής Ευρώπης.

Β. Αδελφότητες και Κοινότητες

Αι σχέσεις της Ιεράς Μητροπόλεως προς τας αρχαίας Αδελφότητας και Κοινότητας χαρακτηρίζονται υπό ιδιαιτερότητος, οφειλομένης εις το γέγονος ότι αύται χαίρουσι, συμφώνως τοις νομικώς κατωχυρωμένοις καταστατικοίς αυτών χάρταις, αυτονόμου σχεδόν και εν πολλοίς αντικανονικού διοικητικού καθεστώτος, εξασφαλίζοντος αυταίς την πάντη ανεξέλεγκτον οικονομικήν διαχείρισιν τεραστίων κεφαλαίων.

Κατά το διαρρεύσαν έτος η Ιερά Μητρόπολις, εκμεταλλευομένη το ζήτημα της εν Νεαπόλει προ εννεαμήνου που κενής εφημεριακής θέσεως, κατώρθωσεν ίνα φέρη τελικώς την εν Νεαπόλει Αδελφότητα των Αγίων Πέτρου και Παύλου όπως υπογράψη κοινήν συμφωνίαν προς ρύθμισιν των κατά τας τελευταίας ιδίως δεκαετίας συσσωρευθέντων προβλημάτων, αφορώντων τόσω εις τας σχέσεις μεταξύ της Αδελφότητος και του εν Νεαπόλει διακονούντος Κλήρου ημών, όσω και εις τας μεταξύ Ιεράς Μητροπόλεως και Αδελφότητος τοιαύτας (βλ. συνημμένον υπ’ αριθ. 1).

Επίσης, η Ιερά Μητρόπολις ήρξατο συνεννοουμένη και μετά της εν Βενετία ιστορικής Κοινότητος των Ελλήνων Ορθοδόξων και συζητούσα τας λεπτομερείας ποιάς τινος συμφωνίας ρυθμιζούσης επί το ακριβέστερον τας σχέσεις ταύτης προς την Ι. Μητρόπολιν και το προσωπικόν του ενταύθα Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων.

Ως προς την εν Τεργέστη Κοινότητα των Ορθοδόξων Ελλήνων, η Ι. Μητρόπολις δεν θεωρεί σκόπιμον, το γε νύν, όπως επιδιώξη την κατάρτισιν και υπογραφήν παρομοίου προς τα ως άνω συμφωνητικού, άτε δη του αυτόθι Ιερατικώς Προϊσταμένου ευρισκομένου εις αρίστας προς τους λαϊκούς κοινοτικούς παράγοντας σχέσεις, εν πολλοίς δε και κατευθύνοντος τούτους.

Θα έδει βεβαίως ίνα σημειωθή ενταύθα, ότι ουδεμία κατ’ ουσίαν υπάρχει θέλησις παρά τοις λαϊκοίς τούτοις κοινοτικοίς παράγουσιν ίνα τηρήσωσι τα συμπεφωνημένα, ως κατεφάνη ήδη εν τη περιπτώσει της Αδελφότητος Νεαπόλεως. Αλλά συνάπτουσα τας από κοινού υπογραφομένας συμφωνίας ταύτας, η Ιερά Μητρόπολις αποβλέπει πρωτίστως και κυρίως εις διασφάλισιν του πολλάκις και νομικώς έτι διαμφισβητηθέντος θρησκευτικού χαρακτήρος των εν λόγω Κοινοτήτων και εις την συνακόλουθον κατοχύρωσιν της εξ αυτής κανονικής εξαρτήσεως τούτων.

Ουδεμία υπάρχει αμφιβολία, ότι κατά την επί θύραις σύναψιν συμφωνίας μεταξύ της Ιταλικής Πολιτείας και της Ιεράς Μητροπόλεως, τα έγγραφα ταύτα θέλουσι διαδραματίσει αποφασιστικόν ρόλον εν τω τελικώ καθορισμώ των σχέσεων μεταξύ της Ιεράς Μητροπόλεως και των αρχαίων τούτων Κοινοτήτων.

*  *  *

Κατά το παρελθόν έτος ήρξαντο και αι συνεννοήσεις της Ιεράς Μητροπόλεως μετά του εν Βαρλέττη Δημού, καταλαβόντος προ δεκαπενταετίας που τον αυτόθι εγκαταλελειμμένον ελληνορθόδοξον ναόν της Παναγίας Κυρίας των Αγγέλων, σκοπεύοντος δε όπως μετατρέψη τούτον εις πολιτιστικήν εστίαν και εκθεσιακόν χώρον. Καίτοι επήλθε συμφωνία τις ικανοποιούσα αμφοτέρα τα μέρη, αναμένεται εισέτι η απόδοσις του ναού τοις ελαχίστοις αυτόθι ελληνορθοδόξοις ημών πιστοίς.

Σημειωτέον όμως ενταύθα, ότι εις τας ως άνω συνεννοήσεις προσεπάθησεν όπως αναμιχθή εκ του αφανούς και η εν Βάρη Μόνη των Δομηνικανών, το μέν παρακινούσα τους εν Βάρη ελληνορρύθμους εις διεκδίκησιν του εν λόγω ναού, το δε ενθαρρύνουσα τους περί τον αυτόθι ρουμάνον ορθόδοξον ιερέα, αιδεσιμολογιώτατον κ. Μιχαήλ Driga, όπως ζητήσωσι την μετατροπήν του ναού εις οικουμενιστικόν κέντρον. Αναφερθήτω επίσης, ότι την απόδοσιν του ναού τούτου προσεπάθησεν όπως παρεμποδίση η υπό τον τότε Πρέσβυν κ. Κωνσταντίνον Γεωργίου Πρεσβεία της Ελλάδος, ενημερώσασα πάραυτα το εν Βενετία Ελληνικόν Ινστιτούτον, ως έχον δικαίωμα όπως διεκδική τας περιουσίας των εν Ιταλία διαλελυμένων ελληνορθοδόξων κοινοτήτων κατά το διακρατικόν σύμφωνον Τσαλδαρη-Sforza (Σεπτέμβριος 1948).

3. ΙΕΡΑΙ ΜΟΝΑΙ

Α.  Ι. Μονή του Οσίου Ιωαννου του Θεριστού

Η Ιερά Μητρόπολις ενεκαίνισεν επισήμως κατά Φεβρουάριον του 1995 την εν Καλαβρία Ιεράν Μονήν του Οσίου Ιωάννου του Θεριστού, έχουσαν αρχαίον Καθολικόν αναγόμενον εις τον 10ον-11ον αιώνα. Την μονήν ταύτην παρεχώρησεν ο εις την αύξησιν του εξ Ελλάδος τουρισμού αποβλέπων Δήμος Βομβύκων (Bivongi) τη Ιερά Μητροπόλει δια χρονικόν διάστημα ενενήκοντα και εννέα (99) ετών.

Εν τη Μονή, διατηρούση στενάς σχέσεις προς την εν Αγίω Όρει Πατριαρχικήν και Σταυροπηγιακήν Ι. Μονήν Βατοπεδίου, εγκαταβιοί από έτους ήδη μονίμως ο εξ Ηπείρου την καταγωγήν έλκων και εξ Αγίου Όρους ορμώμενος οσιολογιώτατος μοναχός κ. Κοσμάς Παπαπέτρου, όστις, απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ών, μετεξεπαιδεύθη εν Ρώμη κατά την δεκαετίαν του 1980· ο καθηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου και νυν ιερομόναχος κ. Νείλος Barone-Adesi· ως και εις δόκιμος μοναχός εκ Τορίνου.

Η Μονή συντηρείται οικονομικώς υπό του οσιολογιωτάτου ιερομονάχου κ. Νείλου, εις ον και οφείλεται η όλη πρωτοβουλία προς επανίδρυσιν και επάνδρωσιν της αρχαίας ταύτης βυζαντινής μονής, ήτις κατέστη ήδη λαοφιλές προσκύνημα, προσέλκον ορθοδόξους τε και ρωμαιοκαθολικούς πιστούς εξ Ελλάδος τε και Κάτω Ιταλίας.

Σημειωθήτω ενταύθα, ότι η είδησις περί συστάσεως της μονής ταύτης είχεν ανησυχήσει παράγοντάς τινας του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδος, ιδιαίτατα δε τον Γενικόν αυτού Γραμματέα εξοχώτατον Πρέσβυν κ. Κωνσταντίνον Γεωργίου. Ούτος, παρά την θετικήν εν προκειμένω εισήγησιν του εν Ρώμη Πρέσβεως της Ελλάδος κ. Ευαγγέλου Φραγκούλη, ηθέλησεν όπως υποστηρίξη ότι η λειτουργία της Μονής, ως συμβαλλομένη δήθεν εις αναζωπύρησιν του μειονοτικού θέματος των εν Καλαβρία ελληνοφώνων, θα ηδύνατο ενδεχομένως ίνα διαταράξη τας μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας σχέσεις, καταβαλών μάλιστα επίμονον προσπάθειαν όπως προκαλέση αντίδρασιν του επί των Εξωτερικών Υπουργείου της Ιταλίας, όπερ όμως διεβεβαιώσατο ότι δεν συμμερίζεται τους ως άνω εκφρασθέντας φόβους, αλλ’ αντιθέτως χαιρετίζει την επανασύστασιν της Μονής, αποτελούσης τμήμα αναπόσπαστον της πολιτιστικής κληρονομίας της Καλαβρίας και συμβαλλομένης εις την ανάπτυξιν των πολιτιστικών μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας σχέσεων.

Β.  Ι. Μονή του Αγίου Βασιλείου

Συνεχίσθησαν καθ’ όλον το 1995 αι μετά της εν Revello του Πιεμονδίου κειμένης και εκ πέντε ιταλών ορθοδόξων μοναχών απαρτιζομένης Μονής του Αγίου Βασιλείου συνομιλίαι, περί ων και υποβληθήσεται ιδιαιτέρα προς την Μητέρα Εκκλησίαν έκθεσις.

4. ΦΟΙΤΗΤΑΙ

Α. Η κατά το 1993 ιδρυθείσα και εν τη πανεπιστημιακή πόλει L’Aquila εδρεύουσα “Ένωσις Ελλήνων Ορθοδόξων Φοιτητών Ιταλιας” ήρξατο αναπτύσσουσα τοπικώς σημαντικήν δράσιν, διοργανούσα τα της κατά μήνα τελέσεως της Θ. Λειτουργίας, πραγματοποιούσα εκδηλώσεις πολιτιστικού χαρακτήρος καί, τέλος, συμπαρισταμένη τοις εξ Ελλάδος αφικνουμένοις φοιτηταίς κατά τα πρώτα αυτών εν Ιταλία βήματα. Κατά το παρελθόν έτος ήρξατο η Ένωσις συνιστώσα και παραρτήματα εν άλλαις πόλεσι της Ιταλίας και εκδιδούσα το χριστιανικόν φοιτητικόν περιοδικόν “Δρώμενα”, διανεμόμενον εν τοις κυριωτέροις κέντροις των εν Ιταλία Ελλήνων φοιτητών.

Β. Κατά το έτος 1995 παρετηρήθη σημαντική αύξησις των εκκλησιαζομένων φοιτητών τόσω εν ταις παλαιαίς ενορίαις και Κοινότησιν ημών, όσω και εν ταις νεωτέραις τοιαύταις. Εν πολλαίς ενορίαις μάλιστα την πλειονότητα των εκκλησιαζομένων αποτελούσι σήμερον φοιτηταί.

5. ΕΚΔΟΤΙΚΟΝ ΕΡΓΟΝ Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

Η Ιερά Μητρόπολις κατώρθωσε κατά το 1995 όπως εκδώ:

α) Το “Εγκόλπιον Ημερολόγιον της Ιεράς Μητροπόλεως Ιταλίας” του έτους 1996, αφιερωμένον τη ιστορική επισκέψει της σεπτής Κορυφής της Ορθοδοξίας προς την Ιεράν Μητρόπολιν Ιταλίας και περιέχον τόσω σύντομον χρονικόν της Πατριαρχικής ταύτης Επισκέψεως, όσω και Πατριαρχικούς τινας Λόγους εκφωνηθέντας εν Βενετία. Το Ημερολόγιον τούτο, εκδιδόμενον πανομοιοτύπως σχεδόν ελληνιστί τε και ιταλιστί, καταρτίζεται, κατά το εορτολογικόν αυτού τμήμα, τη βοηθεία του λεγομένου “Synaxarium Constantinopolitanum”, εξ ου και αναφέρει πολλούς εν Κωνσταντινουπόλει και Μικρά Ασία ακμάσαντας Αγίους, μη μνημονευομένους πλέον εν άλλοις ημερολογίοις. Αντίτυπα του “Εγκολπίου Ημερολογίου” τούτου υπεβλήθησαν εν καιρώ τη Μητρί Εκκλησία, καθώς και περίληψις του ως άνω Συναξαρίου προς ενδεχομένην θεώρησιν κατά την κατάρτισιν του Ημερολογίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

β) Τεύχη τινά του εν Ρώμη εκδιδομένου και εν πάση τη Ιταλία κυκλοφορούντος δελτίου “Λόγος”, περιέχοντα τας σεπτάς επί τοις Χριστουγέννοις και τω Πάσχα Πατριαρχικάς Αποδείξεις, καθώς και σύντομον χρονικόν της ως άνω Πατριαρχικης Επισκέψεως και πάντας τους επί τη περιστάσει ταύτη εκφωνηθέντας Πατριαρχικούς Λόγους.

γ) “Ηλεκτρονικήν” λεγομένην “σελίδα”, προβαλλομένην σταθερώς από του Διεθνούς Τηλεπικοινωνιακού Δικτύου (Internet) και περιέχουσαν πλούσιον ιταλιστί κατηρτισμένον πληροφοριακόν υλικόν περί της εν Ιταλία ορθοδόξου παρουσίας, περί του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ορθοδοξίας εν γένει, ως και περί της ορθοδόξου πίστεως. Περί της “ηλεκτρονικής σελίδος” ταύτης υποβληθήσεται προσεχώς λεπτομερής έκθεσις τη Μητρί Εκκλησία.

*  *  *

Η έλλειψις χρόνου ηνάγκασε την Ιεράν Μητρόπολιν ίν’ αναβάλη επί τι διάστημα εισέτι την από πολλού προγραμματισθείσαν εν εκτυλισσομένοις φυλλαδιοις (depliants) ελληνικήν και ιταλικήν έκδοσιν πληροφοριακού υλικού περί της εν Ιταλία μακραίωνος ορθοδόξου παρουσίας, της Ορθοδοξίας εν γένει, του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της ορθοδόξου πίστεως. Τα εκδοθησόμενα ταύτα φυλλαδια θέλουσι τοποθετηθή εν τοις ναοίς ημών προς διανομήν τόσω τοις πιστοίς, όσω και τοις ενδιαφερομένοις πολυαρίθμοις ξένοις επισκέπταις.

Λεχθήτω ενταύθα ότι, εάν, συγχωρούντος του χρόνου, προς τη ήδη τω 1994 γενόμενη εκδόσει των “Tesori Ortodossi” (Ορθόδοξοι Θησαυροί), βιβλιαρίου περιέχοντος εν απλοίς λόγοις τα βασικά στοιχεία της ορθοδόξου πίστεως, κατωρθώση η Ιερά Μητρόπολις όπως εκδώ και το περί ου εν τη προηγουμένη παραγράφω πληροφοριακόν υλικόν, τηρή δε άμα πιστώς σταθερόν τι χρονοδιάγραμμα εν τη εκδόσει του δελτίου “Λόγος”, θέλει καλυφθή τεράστιον όντως κενόν, από πολλού αισθητόν και εμφανές.

*  *  *

Εν τω σημείω τούτω θα ηδύνατο ν’ αναφερθή και το “Αρχείο Ιστορίας Ελληνισμού στην Ιταλική Χερσόνησο”, συσταθέν υπό της Ιεράς Μητροπόλεως τω 1992 ίνα περισυλλέγη και φέρη εις το φώς της δημοσιότητος το σχετικόν εν βιβλιοθήκαις και αρχείοις υπάρχον πλουσιώτατον ιστορικόν υλικόν επί τω τέλει όπως τούτο αποτελέση συμβολήν εις εμπέδωσιν των εκ της εν Ιταλία μακραίωνος ορθοδόξου παρουσίας απορρεόντων νομικών δικαιωμάτων της Εκκλησίας ημών.

Ως κατά τα προηγούμενα έτη, ούτω και εφέτος ελάχιστα επετεύχθησαν προς προώθησιν του ιερού τούτου έργου, λόγω κυρίως της αδιαφορίας και φυγοπονίας των εις ους είχεν ανατεθή η σχετική ευθύνη. Όπως ποτ’ αν ή, ελπίζεται ότι δια της Θεού θέλοντος και ευλογίαις της Μητρός Εκκλησίας προσεχούς εντάξεως εις τον Κλήρον της Ιεράς Μητροπόλεως του υποψηφίου κληρικού Μιχαηλ Χρονιάδου, ανδρός σοβαρού και φιλοπόνου επιστήμονος, θέλει δοθή νέα ώθησις εις το μέχρι τούδε παραμεληθέν σπουδαίον τούτο έργον.

*  *  *

Σχετικώς προς τα άνω σημειωθήτω και ο επικείμενος υπό της Ιεράς Μητροπόλεως διορισμός πενταμελούς εξ ειδημόνων επιτροπής, ήτις θέλει επιμεληθή του κείμενου της εις την ιταλικήν εκδόσεως των λειτουργικών ημών βιβλίων. Ως γνωστόν, υπάρχουσιν ήδη ποικίλαι ιταλικαί μεταφράσεις πλείστων όσων λειτουργικών ημών κειμένων, ας συνέχισε συλλέγουσα η Ι. Μητρόπολις και κατά το παρελθόν έτος, θέλει δε ολίγον κατ’ ολίγον συμπληρώσει ο προς τοιούτον είδος μεταφράσεων ιδιαιτέραν κλίσιν έχων δόκιμος εν τη Ιερά Μονή του Οσίου Ιωάννου του Θεριστού μοναχός, αναλαβών το έργον τούτο ως μόνιμον διακόνημα. Η έλλειψις πλήρους ιταλικής εκδόσεως των λειτουργικών ημών βιβλίων γίνεται ιδιαιτέρως αισθητή εν ταις ιταλοφώνοις ημών ενορίαις· έσται χρησιμωτάτη εν τω έργω της κατηχήσεως της ελληνορθοδόξου ημών νεολαίας· έξει δε και ευρείαν απήχησιν εν τοις ουνιτικοίς κύκλοις της Κάτω Ιταλίας.

6. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

Μή έχουσα ιδίους πόρους, η Ιερά Μητρόπολις εξαρτάται οικονομικώς εκ

  • της πενιχράς λογίας ενίων ενοριών·
  • των εκ της αποστολής των Εγκολπίων Ημερολογίων της Ι. Μητροπόλεως προαιρετικών συνδρομών των ανά την Ιταλίαν πιστών ημών·
  • των εξ ιεροπραξιών εισφορών·
  • περιστασιακών τινων δωρεών εκ μέρους ευκαταστάτων πιστών ημών·
  • του διαρκώς μειουμένου ετησίου επιδόματος ($ 9-10.000) του Υπουργείου Εξωτερικών.

Σημειωθήτω εν πρώτοις, ότι, παρά τας υπό του εν Ρώμη Πρέσβεως της Ελλάδος καταβληθείσας σοβαράς κατά το 1995 προσπαθείας, δεν κατωρθώθη όπως αυξηθή το εκ του μισθώματος του εν Ρώμη ακινήτου του Ελληνικού Δημοσίου (Ξενοδοχείον Regency) εισόδημα του αυτόθι Ναού ημών. Το προ δεκαετιών δια κοινού υπουργικού διατάγματος θεσπισθέν εισόδημα τούτο απεκαλύφθη μόλις τω 1992, αποκαλυφθέν δε εμειώθη κατά 33% τω 1994 εισηγήσει του τότε εν Ρώμη Πρέσβεως, εξοχωτάτου κ. Κωνσταντίνου Γεωργίου. Η εις το πρότερον επίπεδον αποκατάστασις του εισοδήματος τούτου ήθελε ικανοποιητικωτάτω τω τρόπω λύσει ου μόνον τα των εν Ρώμη εκκλησιαστικών ημών πραγμάτων, αλλ’ ανακουφίσει άμα και το Μητροπολιτικόν Ταμείον.

Ως προς την ετησίαν λογίαν, αύτη καταβάλλεται τακτικώς υπό των ενοριών Ρώμης, Μιλάνου και Quartu Sant’Elena, ως και της Κοινότητος Τεργέστης. Προς τούτοις κατεβλήθη άπαξ και υπό της εν Νεαπόλει ευπορωτάτης Αδελφότητος εν όψει της σεπτής εις Βενετίαν Πατριαρχικής Επισκέψεως κατ’ Ιούλιον του 1995.

Κατά ταύτα η οικονομική κατάστασις της Ιεράς Μητροπόλεως, φροντιζούσης επί πλέον και περί των δαπανών

  • της Εκτελεστικής Γραμματείας της Διορθοδοξου Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ των Εκκλησιών Ορθοδόξου και Ρωμαιοκαθολικής, καί
  • της Προεδρίας της Διορθοδόξου Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Παγκοσμίου Λουθηρανικής Ομοσπονδίας,

επ’ ουδενί λόγω δύναται ίνα θεωρηθή ως ανθηρά.

Εις την γενικήν ταύτην οικονομικήν καχεξίαν οφείλεται και η αδυναμία της Ι. Μητροπόλεως ίνα αυξήση τον αριθμόν των ελληνορθοδόξων αυτής κληρικών, αναγκαίων προς συστηματικήν οργάνωσιν των μεγαλυτέρων ενοριών, αίτινες συνεστάθησαν μετά την ίδρυσιν της Ιεράς Μητροπόλεως και αδυνατούσιν εισέτι ίνα συντηρήσωσιν ίδιον ιερέα.

Προς αντιμετώπισιν της κρισίμου ταύτης καταστάσεως και ενίσχυσιν του Μητροπολιτικού Ταμείου ο Μητροπολίτης, από της ιδρύσεως της Ιεράς Μητροπόλεως μέχρι και της σήμερον, παρητήθη πάσης μισθοδοσίας, καταβάλλων προς τούτοις εις το εν λόγω Ταμείον και ολόκληρον το παρά του Υπουργείου Εξωτερικών χορηγούμενον αυτώ προσωπικόν επίδομα.

Ελπίζεται ότι η κατάστασις αύτη θέλει βελτιωθή μετά την περί ης κατωτέρω επικειμένην υπό της Ιταλικής Πολιτείας αναγνώρισιν της Ιεράς Μητροπόλεως, οπότε και δια των υπό του νόμου παρεχομένων δυνατοτήτων θέλουσι κατά πάσαν πιθανότητα αυξηθή αι σταθεραί αυτής πρόσοδοι.

7 . ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

Κατά το παρελθόν έτος περιήλθον εις την κυριότητα της Ιεράς Μητροπόλεως τακόλουθα:

α) δια διαθήκης, το εν Ρώμη και εις απόστασιν τετρακοσίων (400) μέτρων από του αυτόθι ναού ημών κείμενον διαμέρισμα της εκ Πειραιώς αοιδήμου Ελένης Χαλάτση-Capodieci, όπερ και χρησιμοποιείται ως κατοικία του εκάστοτε εν Ρώμη ελληνορθοδόξου εφημερίου·

β) δια δωρεάς, ο νεόδμητος ορθόδοξος ναΐσκος της Αγίας Τριάδος εν τη περιφερεία Pirri της σαρδονικής πρωτευούσης Cagliari·

γ) δια δωρεάς, ο ορθόδοξος ναΐσκος του Αγίου Αποστόλου Θαδδαίου και το περί αυτόν οίκημα εν τη παρά την ως άνω σαρδονικήν πρωτεύουσαν κωμοπόλει Quartu Sant’Elena.

Σημειωθήτω προς τούτοις, ότι καθ’ α συνεφώνησεν η Ιερά Μητρόπολις μετά της κατωτέρω αναφερομένης Ορθοδόξου Ενορίας του Montaner και της ως άνω Ορθοδόξου εν Revello Μονής του Αγίου Βασιλείου, περιελεύσεται άπασα η ουκ ευκαταφρόνητος κινητή τε και ακίνητος τούτων περιουσία τη πρώτη, εί γε και ήθελεν εγκριθή υπό της Μητρός Εκκλησίας η εις την Ιεράν Μητρόπολιν ενσωμάτωσις αυτών.

8. ΟΡΓΑΝΩΣΙΣ ΓΡΑΦΕΙΩΝ Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

Η οργάνωσις των γραφείων της Ιεράς Μητροπόλεως δύναται ίνα θεωρηθή γενικώς ως ικανοποιητική, εν τισι δε και ως πρωτοποριακή, χάρις εις το αρχήθεν εφαρμοσθέν και κατά το 1995 ιδίως εκσυγχρονισθέν ηλεκτρονικο-μηχανογραφικόν αυτής σύστημα.

Το αρχείον της Ιεράς Μητροπόλεως, σχηματισθέν αρχικώς δια πολυτίμου υλικού φιλαδέλφως παραχωρηθέντος αυτή ά) παρά του Σεβ. Μητροπολίτου Αυστρίας κ. Μιχαήλ, και β) παρά της ποτε εν Ρώμη “Ελληνικής Ορθοδόξου Κοινότητος”, ενεπλουτίσθη και εφέτος, ως και κατά τα προηγούμενα έτη, δια σημαντικού ποσού χρησίμου υλικού, αναφερομένου τόσον εις την εν γένει δράσιν της Ι. Μητροπόλεως και των υπ’ αυτήν ενοριών και κοινοτήτων, όσον και εις την περί αυτήν παρουσίαν και δραστηριότητα άλλων Ορθοδόξων, κανονικών ή μή.

Το αρχείον τούτο συμπληρούσι τα ηλεκτρονικο-μηχανογραφικώς εν κεντρικώ υπολογιστή κατακεχωρισμένα αναγκαία στοιχεία καθημερινής χρήσεως. Ως τοιαύτα δύνανται ίνα αναφερθώσι α) μακροσκελέστατοι κατάλογοι ταχυδρομικών διευθύνσεων χιλιάδων ελλήνων και άλλων ορθοδόξων πιστών ημών εν Ιταλία· β) τηλεφωνικά ευρετήρια· γ) δελτία οικονομικής διαχειρίσεως· δ) πιστοποιητικά βαπτίσεως, γάμων κλπ.· έ) κατάλογοι βιβλιοθήκης· ς) αλληλογραφική ύλη· ζ) οργανωτικόν υλικόν της εν τοις γραφείοις διεξαγομένης τακτικής εργασίας· κλπ.

*  *  *

Εν τω σημείω τούτω θα ηδυνατο ωσαύτως ν’ αναφερθή και η από του 1992 οργάνωσις Μητροπολιτικής Βιβλιοθήκης εκ των κατά καιρούς τιμητικώς αποστελλομένων τη Ιερά Μητροπόλει ή και σπανίως αγοραζομένων υπ’ αυτής βιβλίων. Η βιβλιοθήκη αύτη αριθμεί σήμερον περί τους επτακοσίους (700) ηλεκτρονικο-μηχανογραφικώς κατακεχωρισμένους τόμους. Βεβαίως, η μεγάλη πλειονότης των καθ’ ημέραν πολλαπλασιαζομένων βιβλίων τούτων, ποικίλου ούσα περιεχομένου, ελάχιστα χρησιμεύει κατά τας εν τοις γραφείοις καθημερείας, διό και καλλιεργείται ήδη η σκέψις όπως αποτελέση αύτη αντικείμενον δωρεάς προς μόνην της Ιεράς Μητροπόλεως.

9. ΛΟΙΠΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΕΝ ΙΤΑΛΙΑι

Και κατά το 1995 η Ιερά Μητρόπολις ηκολούθησε την αρχήθεν υιοθετηθείσαν έναντι των λοιπών εν Ιταλία Ορθοδόξων τακτικήν αυτής.

*  *  *

Αι σχέσεις της Ιεράς Μητροπόλεως προς εκπροσώπους άλλων κανονικών ορθοδόξων παροικιών, ήτοι έξ (6) ρουμανικών και της εν Τεργέστη σερβικής, δύνανται ίνα χαρακτηρισθώσιν ως κατά πάντα αρμονικαί.

Έναντι των στερουμένων ιδίων πιστών και ελληνορθόδοξα εν πολλοίς ποίμνια λυμαινομένων, πλήν εκ κανονικών Ορθοδόξων Εκκλησιών (Ρωσσίας και Πολωνίας) εξαρτωμένων ιταλών κληρικών, εξηκολούθησεν η Ιερά Μητρόπολις τηρούσα αβρόφρονα μέν, πλήν επιφυλακτικήν πάντοτε στάσιν, μηδαμώς ενθαρρύνουσα τας μεταξύ τούτων και των κληρικών αυτής επαφάς και σχέσεις. Απεδείχθη ότι δια της τακτικής ταύτης αποφεύγονται αι ανωφελείς προστριβαί, αλλά και δεν δίδοται τοις ιταλοίς τούτοις κληρικοίς η ευκαιρία όπως εκμεταλλευθώσι τας μετά της Ιεράς Μητροπόλεως έστω και τυπικάς μόνον σχέσεις αυτών, εμφανισθώσι δε τοις ιδίοις ακολούθοις και προ παντός ταις ρωμαιοκαθολικαίς και κρατικαίς Αρχαίς ως κατά πάντα νόμιμοι και κανονικοί.

Ως προς τους εξ αντικανονικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, ήτοι των Ελλαδικών Παλαιοημερολογιτικών Ομάδων και της Υπεροριου Ρωσσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, εξαρτωμένους ιταλούς κληρικούς, τούτους συνέχισεν η Ιερά Μητρόπολις κρατούσα εις απόστασιν, μηδ’ αυτοίς την ευκαιρίαν παρέχουσα όπως εκμεταλλευθώσιν οιανδήποτε προς αυτήν επαφήν και σχέσιν.

*  *  *

Ως κατά τα προηγούμενα έτη, ούτω και κατά το 1995 συνέχισεν η Ιερά Μητρόπολις καλλιεργούσα ανεπισήμως και ως οίον τε μυστικώτερον τας σχέσεις αυτής προς τους σοβαρωτέρους των ορθοδόξων εκείνων ιταλών κληρικών, οίτινες από ετών υπάγονται εις κανονικάς Ορθοδόξους Εκκλησίας.

Ούτω, κατά Δεκέμβριον του 1995, κατωρθώθη όπως η πασίγνωστος εν Ιταλία ορθόδοξος ενορία του Montaner, θεωρουμένη ως το προπύργιον της ιταλικής Ορθοδοξίας και τύποις εκ της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Πολωνίας εξαρτωμένη, αχθή εις υποβολήν γραπτής αιτήσεως προς κανονικήν αυτής υπαγωγήν τη Ιερά Μητροπόλει Ιταλίας. Αι πάραυτα αρξάμεναι σχετικαί συζητήσεις, αφορώσαι κυρίως εις εκκρεμούντα οικονομικά της ενορίας προβλήματα, θέλουσιν οσονούπω αχθή εις πέρας, οπότε και υποβληθήσεται τη Μητρί Εκκλησία σχετική έκθεσις.

Ως εν τοις ανωτέρω ελέχθη, συνεχίσθησαν και αισίως έληξαν κατά το 1995 αι συζητήσεις περί υπαγωγής της εν Revello του Τορίνου κειμένης και πέντε (5) ιταλούς ορθοδόξους μοναχούς αριθμούσης Μονής του Αγίου Βασιλείου, περί ων υποβληθήσεται προσεχώς ιδιαιτέρα προς την Μητέρα Εκκλησίαν έκθεσις.

*  *  *

Εν συνεχεία προς τα αμέσως ως άνω, σημειωθήτωσαν επεξηγηματικώς και τα εξής:

Εν Ιταλία υπάρχουσιν από ετών δεκάδες κανονικών και αντικανονικών ορθοδόξων κληρικών, την πλειονότητα των οποίων αποτελούσιν ιταλοί το γένος. Πολλοί τούτων, ιδίως οι αντικανονικοίς εκκλησιαστικοίς σχήμασι τυπικώς ανήκοντες, κατώρθωσαν ολίγον κατ’ ολίγον όπως επιβληθώσι, σχηματίσαντες ιδίας κοινότητας αριθμούσας μέχρι και διακοσίων πιστών εκάστη.

Κατά το παρελθόν πλείονας των αντικανονικών τούτων κληρικών προσεταιρίσθησαν κυρίως το Πατριαρχείον Μόσχας και η Ορθόδοξος Εκκλησία της Πολωνίας, το μέν πρώτον προς αύξησιν της εν τη Διασπορά δυνάμεως αυτού, η δε δευτέρα δι’ οικονομικούς αποκλειστικώς λόγους. Προς τούτοις ενέταξε και η Σερβική Εκκλησία ένα τούτων εις τον Κλήρον αυτής προ τριετίας, εσχάτως δε ήρξατο επιδεικνύουσα σχετικόν ενδιαφέρον και η Ρουμανική Ορθόδοξος Εκκλησία.

*  *  *

Διά της τακτικής, ηναπό της προ τεσσάρων και ημίσεος ετών συστάσεως αυτής ακολουθεί εν προκειμένω η Ιερά Μητρόπολις Ιταλίας, δεχομένη εις τους κόλπους αυτής, τη συμφώνω πάντοτε γνώμη της Μητρός Εκκλησίας, τους σοβαρωτέρους των κανονικών ή και αντικανονικών τούτων ιταλών κληρικών, ομού μετά των κοινοτήτων και των περιουσιακών αυτών στοιχείων, κατωρθώθη όπως :

α) μειωθή η εν Ιταλία ορθόδοξος δικαιοδοσιακή σύγχυσις, εξ ης επωφελείται κυρίως η Ρωμαιοκαθολικη Εκκλησία, αλλά και Ορθόδοξοί τινες Εκκλησίαι (Ρωσσίας και Ρουμανίας κυρίως), ζημιούται δε μόνον και αποκλειστικώς το Οικουμενικόν Πατριαρχείον·

β) περιορισθή πως η κατ’ ουσίαν αντικανονική δράσις των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών, ιδία δε της Ρωσσίας, στερουμένης κατ’ ουσίαν ιδίων πιστών και ελληνορθόδοξα ποίμνια λυμαινομένης·

γ) αναχαιτισθή η σοβαρώς εκθέτουσα την Εκκλησίαν ημών ακατάπαυστος από δικαιοδοσίας εις δικαιοδοσίαν μεταπήδησις των κανονικών η αντικανονικών τούτων ορθοδόξων κληρικών·

δ) άρξηται διαμορφουμένη ποιά τις σοβαρά περί της ενταύθα Ορθοδοξίας εικών παρά τοις ετεροδόξοις ημών αδελφοίς, πολλών ρωμαιοκαθολικών Επισκοπών και Ιδρυμάτων μη δεχομένων πλέον ν’ αναγνωρίσωσιν ως κανονικούς κληρικούς ειμή τους εις την Ιεράν Μητρόπολιν υπαγομένους τοιούτους·

ε) αυξηθή το γόητρον αυτής ταύτης της Ιεράς Μητροπόλεως παρά τη ανά την χώραν ρωμαιοκαθολική Ιεραρχία και προ παντός παρά ταις ιταλικαίς κρατικαίς Αρχαίς.

10. ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΣ Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΥΠΟ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

Μετά μακράς συνεννοήσεις μετά της αρμοδίας επί των Μη Ρωμαιοκαθολικών Δογμάτων Διευθύνσεως του Υπουργείου Εσωτερικών της Ιταλίας, η Ιερά Μητρόπολις υπέβαλε κατ’ Ιούνιον του 1995 και δια της Νομαρχίας Βενετίας αίτησιν προς αναγνώρισιν αυτής ως Νομικού Προσώπου Ιταλικού Δικαίου. Η αίτησις αύτη συνωδεύετο υπό θετικωτάτης εισηγήσεως του Νομάρχου Βενετίας, συνηγορούντος υπέρ της ταχείας αναγνωρίσεως της Ιεράς Μητροπόλεως.

Το Υπουργείον των Εσωτερικών απήντησεν εν βραχεί σχετικώς διαστήματι διατυπούν, παρά τας ως άνω συνεννοήσεις, δεκάδα περίπου νέων παρατηρήσεων επί του Καταστατικού Χάρτου της Ιεράς Μητροπόλεως.

*  *  *

Εκ των παρατηρήσεων τούτων δέον ίνα υπογραμμισθώσι δυο κυρίως :

  • η σχετική προς το άρθρον 7 (“Ο Μητροπολίτης δικαιούται, παρισταμένης ανάγκης, ίνα εισηγηθή τω Οικουμενικώ Πατριαρχείω την τροποποίησιν ή συμπλήρωσιν του παρόντος Καταστατικού Χάρτου, του τελευταίου δυναμένου, κατόπιν γνωμοδοτήσεως του Μητροπολίτου ίνα προέλθη εις τροποποίησιν του Καταστατικού τούτου Χάρτου εν τω συνόλω ή εν τοις επί μέρους αυτού”), καθ’ ηνουδέν σώμα, πλήν του Κοινοβουλίου ή του Προέδρου της Δημοκρατίας, δύναται ίνα τροποποιή υπάρχοντα ήδη ιταλικόν νόμον, καί

  • η σχετική προς το άρθρον 3, 1 (“Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως εξαρτώνται αι εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον ανέκαθεν υπαγόμεναι και ως ιταλικά νομικά πρόσωπα ανεγνωρισμέναι ελληνορθόδοξοι Κοινότητες, Εκκλησίαι και Αδελφότητες, μεταξύ των οποίων αι της Βενετίας..., της Νεαπόλεως..., της Τεργέστης ...”), καθ’ ηνθα έδει ίνα αι αρχαίαι ημών Αδελφότητες ή Κοινότητες (Βενετίας, Νεαπόλεως και Τεργέστης), ως νομικά πρόσωπα ιταλικού δικαίου, συναινέσωσι προηγουμένως εις την και δια νόμου υπαγωγήν αυτών τη Ιερά Μητροπόλει.

Την μέν πρώτην εκ των παρατηρήσεων τούτων η Ι. Μητρόπολις εθεώρησεν και ως λογικήν και ως ισχυράν νομικήν βάσιν έχουσαν, αλλά συγχρόνως και ως ουδέν κατ’ ουσίαν αφαιρούσαν από του Καταστατικου τούτου Χάρτου, άτε δη της Μητρός Εκκλησίας, συνωδά τοις λοιποίς εν τω Καταστατικώ άρθροις, διατηρούσης πάντοτε τον πλήρη και απόλυτον επί του Μητροπολίτου έλεγχον.

Η δευτέρα δε παρατήρησις εθεωρήθη υπό της Ιεράς Μητροπόλεως ως θέτουσα εν αμφιβόλω την ήδη ασκουμένην υπ’ αυτής κανονικήν επί των εν λόγω αρχαίων Κοινοτήτων δικαιοδοσίαν, γενικώτερον δε ως αντίθετον προς τους Ιερούς Κανόνας.

*  *  *

Κατόπιν τούτων ήλθεν η Ιερά Μητρόπολις εις νέας μακράς μετά του Υπουργείου Εσωτερικών συνεννοήσεις, ζητούσα όπως, βάσει νομικών και κανονολογικών γνωμοδοτήσεων, εξηγήση ότι, εν αντιθέσει προς όσα συμβαίνουσιν εν τω προτεσταντικώ κόσμω, αυτή αύτη η γένεσις ορθοδόξου τινός κοινότητος αποτελεί πράξιν επισκοπικήν, επομένως δέ, αφ’ ης ιδρύεται ορθόδοξός τις κοινότης, θεωρείται δεδομένη και η εξ επισκόπου κανονική αυτής εξάρτησις, ουδέ δύνανται ίνα υπάρξωσιν εν τη Ορθοδοξια κοινότητες μη υπαγόμεναι επισκόπω.

Γενομένης κατανοητής και αποδεκτής της εν προκειμένω δοθείσης εξηγήσεως, η Ιερά Μητρόπολις επέφερεν εις το Καταστατικόν αυτής πάσας τας άλλας ζητηθείσας ασημάντους κατ’ ουσίαν τροποποιήσεις συμφώνως ταις υποδείξεσι του Υπουργείου, παρ’ ου και κατά Δεκέμβριον του παρελθόντος έτους ανέμενετο επίσημός τις απάντησις δια τα περαιτέρω.

11. ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΕΙΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΑΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Και κατά το 1995 κατέβαλεν η Ιερά Μητρόπολις πάσαν δυνατήν προσπάθειαν όπως ανταποκριθή εις τας ακαταπαύστως απευθυνομένας αυτή προσκλήσεις προς συμμετοχήν εις εκδηλώσεις διεκκλησιαστικού ή και διαθρησκειακού συχνάκις χαρακτήρος.

Τούτο βεβαίως πράττει αύτη, συνειδυία ότι ήκιστα προωθείται δια των συγκεντρώσεων τούτων η ιερά της ενότητος των Χριστιανών υπόθεσις, αλλά και πεποιθυία άμα ότι δια παρομοίων ευκαιριών η Ιερά Μητρόπολις, προβαλλομένη και καθισταμένη ευρύτερον γνωστή, παγιούται ολονέν και περισσότερον εν τη συνειδήσει του χριστιανικού κόσμου της χώρας.

Εν τω πνεύματι τούτω ο Μητροπολίτης, πλαισιούμενος υπό του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Κρατείας κ. Γενναδίου και του Πρωτοσυγκέλλου της Ι. Μητροπόλεως κ. Πολυκάρπου Σταυροπούλου, συμμετέσχεν εις την ανά δεκαετίαν υπό της Συνόδου των Ιταλών Επισκόπων οργανουμένην και κατά Νοέμβριον του 1995 τη συμμετοχή της Αυτού Αγιότητος του Πάπα Ρώμης Ιωάννου Παύλου Β΄ πραγματοποιηθείσαν εν Παλέρμω της Σικελιας “Εθνικήν Συνέλευσιν της Ιταλικής Εκκλησίας”, εκφωνήσας και σύντομον λόγον περί της συμμετοχής πάντων των Χριστιανών, ανεξαρτήτως δόγματος, εις την οικοδομήν της νέας ιταλικής κοινωνίας. Εν άλλαις παρομοίαις περιστάσεσιν εξεπροσώπευσε προθύμως την Ιεράν Μητρόπολιν ο ως άνω Θεοφιλέστατος Αδελφός, εν τοπικού δε χαρακτήρος εκδηλώσεσιν άλλοι κληρικοί αυτής.

12. ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΑΣ ΑΡΧΑΣ

Αι προς τας κατά τόπους ρωμαιοκαθολικάς Αρχάς σχέσεις της Ιεράς Μητροπόλεως καθίστανται ολονέν και συχνότεραι, καλλιεργούμεναι συστηματικώς δι’ επισκέψεων του Μητροπολίτου προς τους επιτοπίους επισκόπους κατά τας ποιμαντορικάς αυτού περιοδείας· δι’ αλληλογραφίας επί ταις εορταίς· και δια συχνοτάτης συμμετοχής των κληρικών ημών εις τας εκασταχού υπό των ρωμαιοκαθολικών οργανουμένας εκδηλώσεις οικουμενιστικού χαρακτήρος.

Αι επαφαί αύται έχουσιν ως συγκεκριμένον αποτέλεσμα την διευκόλυνσιν του έργου των κληρικών ημών εν πόλεσιν ένθα στερούμεθα ιδίων λατρευτικών χώρων. Ούτως, εν Πίζη αι ρωμαιοκαθολικαι Αρχαί παρεχώρησαν ημίν την αποκλειστικήν χρήσιν μικρού ναού εν τω κέντρω της πόλεως, εν Πάρμη την μερικήν χρήσιν ετέρου ναού κειμένου εν κεντρικώ σημείω της πόλεως και έχοντος και βοηθητικούς χώρους, εν άλλαις δε πόλεσι (Παδούη, Ούντινε, Φερράρα, Τορίνω, Περουτζία, Κατάνη) παρέχουσιν ημίν προθύμως την δυνατοτητα ίνα χρησιμοποιώμεν τους ναούς αυτών κατά τακτάς ημέρας και ώρας.

Δέον ίνα σημειωθή ενταύθα, ότι δεν παρατηρείται η αυτή ευμενής διάθεσις και εν Μεσσήνη της Σικελιας, παρά τας υπό της Ιεράς Μητροπόλεως διατηρουμένας αγαθάς σχέσεις προς την επιτόπιον ρωμαιοκαθολικήν Αρχιεπισκοπήν. Τούτο οφείλεται μάλλον εις το γέγονος, ότι εν τη πόλει ταύτη υπήρχέ ποτε μεγάλη ουνιτική ενορία, αλλ’ ίσως αποδοτέον και εις λόγους σχετιζομένους προς την βαθμιαίαν καταπάτησιν της υπολογισίμου περιουσίας της προ του 1908 ακμαζούσης αυτόθι ελληνορθοδόξου Κοινότητος. Όπως ποτ’ αν ή, η Αρχιεπισκοπή αύτη καταβάλλει νυν σοβαράς προσπαθείας προς ανασύστασιν της παλαιάς εκείνης ελληνορρύθμου ενορίας.

Δύναται πάντως να λεχθή μετά βεβαιότητος, ότι αι άμεσοι αύται επαφαί προς τας κατά τόπους ρωμαιοκαθολικάς Αρχάς αποδεικνύονται ασυγκρίτως αποδοτικώτεραι των δια μέσου του Βατικανού και ειδικώτερον του Ποντιφικού Συμβουλίου επί της Προωθήσεως της Χριστιανικής Ενότητος επιδιωκομένων ενίοτε τοιούτων, των βατικανών υπηρεσιών ακολουθουσών εν τοις θέμασι τούτοις διάφορον συχνάκις και δη αντιθέτον εν πολλοίς γραμμήν. Παρετηρήθη μάλιστα, ότι οσάκις υπήρξε μεσολάβησις ή ανάμιξις των ως άνω υπηρεσιών εις τας μεταξύ της Ιεράς Μητροπόλεως και των κατά τόπους ρωμαιοκαθολικών Ιεραρχών σχέσεις κατέστη εν συνεχεία δυσχερεστέρα η μετά τούτων συνεννόησις.

13. ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΤΙΚΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑΣ ΤΟΠΙΚΑΣ ΑΡΧΑΣ

Τόσω εν Βενετία όσω και εν άλλαις πόλεσι της Ιταλίας η Ιερά Μητρόπολις καταβάλλει προσπάθειαν προς καλλιέργειαν εποικοδομητικών σχέσεων προς τας δημοτικάς η άλλας αυτών Αρχάς. Ούτω, κατά τας ποιμαντορικάς περιοδείας του Μητροπολίτου πραγματοποιούνται υπό τούτου πάντοτε και εθιμοτυπικαί προς τας τοπικάς, δημοτικάς και άλλας Αρχάς, επισκέψεις.

Ιδιαιτέρως εγκάρδιοι τυγχάνουν αι σχέσεις της Ιεράς Μητροπόλεως προς δήμους τινάς της Καλαβρίας και Σαρδηνίας, ένθα αι επαφαί αύται απέδωκαν συγκεκριμένους καρπούς, περί ων ανωτέρω.

14. ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΑΣ ΕΝ ΙΤΑΛΙΑι ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΑΣ ΑΡΧΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Αι σχέσεις της Ιεράς Μητροπόλεως προς τας εν Ιταλία Διπλωματικάς Αρχάς της Ελλάδος, εναντιωθείσας αρχικώς προς την ίδρυσιν της Ι. Μητροπόλεως και σφοδρόν κατ’ αυτής πόλεμον διεξαγαγούσας κατά τα πρώτα αυτής βήματα, δύνανται το γε νυν ίνα χαρακτηρισθώσιν ως άρισται. Ως εικός, η νέα αύτη κατάστασις, οφειλομένη κυρίως εις τον διορισμον νέου Πρέσβεως εν Ρώμη, διευκολύνει τα μέγιστα το έργον της Ιεράς Μητροπόλεως, αφ’ ενός μέν καθιστάσα τας σχέσεις αυτής προς το ίδιον ποίμνιον ομαλωτέρας και αμοίρους ιδιαιτέρων προβλημάτων, αφ’ ετέρου δε συμβαλλομένη αποφασιστικώς εις την επίλυσιν των εκασταχού αναφυομένων ποικίλων προβλημάτων πρακτικής φύσεως.

Τούτο δεν σημαίνει βεβαίως, ότι η Ι. Μητρόπολις δύναται ίνα θεωρήση και ως απολύτως ικανοποιητικήν την στάσιν ενίων Προξένων της Ελλάδος, επιμενόντων όπως αγνοώσιν, εν οικονομικοίς ιδίως θέμασι, την περί εκκλησιαστικών πραγμάτων κειμένην ελληνικήν νομοθεσίαν, εξακολουθούντων δε και μετά την ίδρυσιν Μητροπόλεως εν Ιταλία όπως διαχειρίζωνται αυτοί ούτοι τα εις εκκλησιαστικούς σκοπούς προοριζόμενα κρατικά κονδύλια κατά το δοκούν. Παραλλήλως προς ταύτα η Ιερά Μητρόπολις θεωρεί ως ανησυχητικήν και την επίμονον προσπάθειαν του εν Νεαπόλει Γενικού Προξένου της Ελλάδος κ. Μιλτιάδου Χισκάκη, όπως, δι’ επανειλημμένων προς το Υπουργείον Εξωτερικών εισηγήσεων, προπαρασκευάση το έδαφος προς παραχώρησιν της περιουσίας της αυτόθι Εκκλησίας και Αδελφότητος των Αγίων Πέτρου και Παύλου εις το Ελληνικόν Κράτος και μετατροπήν του κατέναντι της εκκλησίας ημών κειμένου μεγάρου της Αδελφότητος εις πολιτιστικόν κέντρον κατά το πρότυπον των εν Βενετία προ τεσσαρακονταπενταετίας που συμβεβηκότων. Αλλά κατά κανόνα αποφεύγει επιμελώς η Ι. Μητρόπολις την επί πάντων των προβλημάτων τούτων συζήτησιν μετά των εκασταχού Προξενείων, προσπαθούσα όπως ειρηνικώς επιλύη ταύτα τη αρωγή της εν Ρώμη Πρεσβείας της Ελλάδος.

Προς τούτοις θα έδει ίνα λεχθή ενταύθα, ότι αι καλαί σήμερον και αρμονικαί προς την εν Ρώμη Πρεσβείαν της Ελλάδος σχέσεις δεν συνεπάγονται κατ’ ανάγκην και την επίλυσιν των εν Ιταλία χρονίων εκκλησιαστικών ημών προβλημάτων (εν οις π.χ. το ύψος και η διανομή των εις τους κληρικούς ημών παρεχομένων πενιχρών κρατικών επιδομάτων· ο συνεχής διορισμός εκπαιδευτικών και εν πόλεσιν έτι ένθα λειτουργούσιν ενοριακά σχολεία· η διατήρησις της ελληνορθοδόξου λατρείας εν Λιβόρνω, κλπ.). Καίτοι εφ’ όλων σχεδόν των προβλημάτων τούτων εγένοντο υπό της εν Ρώμη Πρεσβείας θετικώταται κατά το παρελθόν έτος εισηγήσεις προς το Υπουργείον Εξωτερικών, εν τούτοις δεν κατωρθώθη όπως σημειωθή ποιά τις εν προκειμένω πρόοδος. Προβλέπεται δε όπως η κατάστασις αύτη συνεχισθή μέχρι τέλους του ενεστώτος έτους, οπότε και θέλει αποχωρήσει της ενεργού υπηρεσίας ο υπό αντιεκκλησιαστικών ιδεών εμφορούμενος Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Εξωτερικών, εξοχώτατος Πρέσβυς κ. Κωνσταντίνος Γεωργίου, όστις, διατελέσας κατά το παρελθόν Πρέσβυς εν Ιταλία, έρχεται κατά μήνα εις Ρώμην ιδιωτικώς και παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τόσω τα της εν Ρώμη Πρεσβείας της Ελλάδος, όσω και τας εν τη Ιερά Μητροπόλει Ιταλίας εξελίξεις.

Ως προς τας σχέσεις της Ιεράς Μητροπόλεως προς άλλας εν Ιταλία Ελλαδικάς Αρχάς (οίαι η παρά τω Βατικανώ Πρεσβεία, ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού, το παρά τω ΝΑΤΟ Ελληνικόν Στρατιωτικόν Κλιμάκιον κλπ.), καθώς και προς τας Κυπριακάς τοιαύτας, δύνανται αύται ίνα χαρακτηρισθώσιν ως κατά πάντα ομαλαί. Τούτο οφείλεται κυρίως εις το γέγονος, ότι αι εν λόγω Αρχαί αφ’ ενός μέν δεν αποβλέπουσιν εις άσκησιν ελέγχου επί του λεγομένου “αποδήμου ελληνισμού”, αφ’ ετέρου δε δεν διαχειρίζονται κρατικα κονδύλια προοριζόμενα εις εκκλησιαστικούς σκοπούς.

15. ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΝ ΒΕΝΕΤΙΑι ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΝ

Αι προς το εν Βενετία Ελληνικόν Ινστιτούτον σχέσεις της Ιεράς Μητροπόλεως Ιταλίας δεν δύνανται ειμή να διέρχωνται πάντοτε ποιάν τινα κρίσιν, καθ’ όσον η Ιερά Μητρόπολις αποτελεί μόνιμον μοχλόν πιέσεως προς εκπλήρωσιν των έναντι των εν Βενετία και Λιβόρνω ιστορικών Κοινοτήτων οικονομικών υποχρεώσεων του Ινστιτούτου, αλλά συνάμα και σταθερόν εμπόδιον εις την επιμόνως επιδιωκομένην από καιρού μουσειοποίησιν του εν Βενετία ιστορικού Ναού του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων και εις την από δεκαετιών σχεδιαζομένην διάλυσιν της αυτόθι ιστορικής Κοινότητος των Ελλήνων Ορθοδόξων, η ύπαρξις της οποίας παρεμποδίζει νομικώς την α) ανεξέλεγκτον οικονομικήν διαχείρισιν της προ τεσσαρακονταπενταετίας τω Ινστιτούτω περιελθούσης τεραστίας κοινοτικής περιουσίας, και β) την πραγματοποίησιν παλαιού σχεδίου προς εκποίησιν του μεγαλυτέρου τμήματος της ως άνω υπό όρους παραχωρηθείσης κοινοτικής περιουσίας.

Ταύτα εξηγούσιν επαρκώς τον λόγον, δι’ ον η Διεύθυνσις του Ινστιτούτου κατεπολέμησε παντοιοτρόπως την ίδρυσιν της Ιεράς Μητροπόλεως· προσεπάθησεν εν συνεχεία ίνα και δι’ ανορθοδόξων μέσων ματαιώση την εν Βενετία και εν κοινοτικοίς άλλοτε χώροις εγκατάστασιν της έδρας αυτής· εξακολουθεί δε μέχρι σήμερον υποστηρίζουσα εν επισήμοις αναφοραίς, αλλά και δημοσίως, ότι η Ι. Μητρόπολις αποτελεί εμπόδιον εις την ομαλήν λειτουργίαν του Ινστιτούτου και απειλήν δια τα εν Βενετία συμφέροντα του Ελλαδικού Κράτους.

Εις διάλυσιν του δυσμενεστάτου τούτου κλίματος δεν συνέβαλεν ούτε το συμφωνητικόν κείμενον (“Συναινετικαί προτάσεις της Ιεράς Μητροπόλεως Ιταλίας και του εν Βενετία Ελληνικού Ινστιτούτου περί καθορισμού των του Ναού του Αγίου Γεωργίου και της Ιεράς Μητροπόλεως Ιταλίας εν τω Campo dei Greci της Βενετίας, ως και περί των εν Λιβόρνω εκκλησιαστικών πραγμάτων”), όπερ κατά Φεβρουάριον του 1993 η Ι. Μητρόπολις, επωφελουμένη των προς αυτήν ευμενών διαθέσεων του τότε Προξένου της Ελλάδος αειμνήστου Στυλιανού Πούλου, κατήρτισε καί, συναινέσει της εξ ης διοικητικώς εξαρτάται το Ινστιτούτον Μορφωτικής Διευθύνσεως του Υπουργείου Εξωτερικών, συνυπέγραψεν επισήμως μετά του διευθυντού του εν λόγω Ιδρύματος (βλ. συνημμένον υπ’ αριθ. 2), της συμφωνίας ταύτης αθετουμένης μέχρι σήμερον υπό της Διευθύνσεως του Ινστιτούτου, ενθαρρυνομένης εν τούτω και υπό της εν Αθήναις εδρευούσης Εποπτικής του εν λόγω ιδρύματος Επιτροπής, ως και άλλων τινών αρμοδίων υπηρεσιών του ανωτέρω Υπουργείου.

*  *  *

Αποτιμών τις πάντα τα ανωτέρω, θα ηδύνατο ίσως να είπη, ότι παρά την πληθώραν των προβλημάτων, των επί δεκαετίας συσσωρευθέντων και των καθ’ ημέραν αναφυομένων νέων τοιούτων, παρά τας τεραστίας οικονομικάς δυσκολίας και παρά την μεγάλην έλλειψιν κληρικών, η Ιερά Μητρόπολις, βαίνουσα ως μέχρι τούδε έβη, δύναται ίνα οργανωθή έτι αρτιώτερον, καλύψη έτι περισσοτέρας ανάγκας του ποιμνίου αυτής και αυξήση άμα το γόητρον του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της καθόλου Ορθοδοξίας εν τω χώρω, εν ώ μεθ’ υπομονής και επιμονής επιτελεί το ταπεινόν αυτής έργον.

*  *  *

Ταύτα τη Υμετέρα θεοτιμήτω Κορυφή ευλαβώς καθυποβάλλων, την δε τιμίαν και χαριτόβρυτον Αυτής δεξιάν κατασπαζόμενος, υποδιατελώ,

εν Βενετία τη 28η Μαΐου 1996,

[ χειρογράφως:

μετά βαθυτάτου σεβασμού

καί υιϊκής αφθίτου ευγνωμοσύνης,   ]

[ υπογραφή ]

( †  ο Ιταλίας Σπυρίδων )