|
top
Ορθόδοξος Παρατηρητής - Φεβρουάριος 1997
Συγκίνηση για το θάνατο του Τσόγκα
ΒΟΣΤΩΝΗ.― Με συγκίνηση και βαθιά θλίψη η Ομογένεια πληροφορήθηκε το θάνατο του πρώην γερουσιαστή και προεδρικού υποψηφίου Πολ Τσόγκα. Μια ατέλειωτη σειρά προσωπικοτήτων αλλά και απλών ανθρώπων αποτίσαν φόρο τιμής στον εκλιπόντα για το σημαντικό έργο και τον ακέραιο χαρακτήρα του. Ηγέτες της Ομογένειας αναφέρθηκαν και στους αγώνες του για την προώθηση των ελληνικών εθνικών θεμάτων εντός και εκτός του Κογκρέσου και, κυρίως, στο γεγονός ότι ―μαζί με τον Μάικλ Δουκάκη― ενέπνευσε νέες γενιές Ελληνοαμερικανών να αναμειχθούν στην αμερικανική πολιτική σκηνή και να συνεχίσουν το έργο του.
Γόνος Ελλήνων μεταναστών, ο Τσόγκας, αναρριχήθηκε στις υψηλότερες βαθμίδες της πολιτικής ζωής των ΗΠΑ, ξεκινώντας από δημοτικός σύμβουλος του Λόουελ, για να καταλήξει αντιπρόσωπος της Μασαχουσέτης στη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, ενώ το 1992 διεκδίκησε το χρίσμα των Δημοκρατικών για την Προεδρία των ΗΠΑ.
Η τιμιότητα που τον χαρακτήριζε στην πολιτική του σταδιοδρομία, αντανακλούσε τα βαθειά του συναισθήματα ηθικής και θάρρους, ειπώθηκε για τον εκλιπόντα, που το παράδειγμά του θα συνεχίσει να εμπνέει τις νεότερες γενιές.
|
Ο Σεβ. Αρχιεπίσκοπος Αμερικής κ. Σπυρίδων, που πληροφορήθηκε το γεγονός στην Ουάσινγκτον, όπου βρισκόταν για την ορκωμοσία του Προέδρου Κλίντον, τέλεσε Τρισάγιο για ανάπαυση της ψυχής του στον Ιερό Ναό Αγίας Σοφίας.
|
«Πρόκειται για μία μεγάλη απώλεια για την Ελληνοαμερικανική μας οικογένεια και την αμερικανική πολιτική» δήλωσε ο Σεβασμιότατος, τονίζοντας ότι «υπήρξε άνθρωπος έντιμος, ευθύς, που έδειξε έμπρακτα το ενδιαφέρον του για τα ελληνικά θέματα και αισθανόμαστε βαθειά την απώλειά του».
Ο Τσόγκας πέθανε από επιπλοκές πνευμονίας, το Σάββατο, 18 Ιανουαρίου, στις 7 το βράδυ, σε νοσοκομείο της Βοστώνης, όπου νοσηλευόταν από τις 3 Ιανουαρίου με προβλήματα στο συκώτι, που δημιουργήθηκαν από την αντικαρκινική θεραπεία την οποία ακολουθούσε.
Γεννήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου του 1941 στο Λόουελ της Μασσαχουσέτης. Ο πατέρας του, Ευθύμιος Τσόγκας, είχε γεννηθεί στην Ελλάδα, στην Καρδίτσα και ήρθε στην Αμερική με τους μετανάστες γονείς του σε ηλικία τεσσάρων ετών. Συνεχίζοντας τις σπουδές του, στο γυμνάσιο και το πανεπιστήμιο, δούλευε το απόγευμα στο καθαριστήριο του πατέρα του, ο οποίος ήταν συντηρητικός Ρεπουμπλικανός και τον είχε προειδοποιήσει για τις παγίδες και τους κινδύνους μιας πολιτικής καριέρας.
Μετά την αποφοίτησή του από το πανεπιστήμιο Ντάρμουθ, υπηρέτησε στο Peace Corps στην Αιθιοπία και μετά συνέχισε τις σπουδές του και αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου Γέιλ, το 1968. Ο πόλεμος του Βιετνάμ ήταν η κυριότερη αιτία που τον έκανε να πάψει να υποστηρίζει τις θέσεις των Ρεπουμπλικανών και να στραφεί προς το δημοκρατικό κόμμα. Σε ηλικία μόλις 33 ετών, το 1974, κέρδισε μια έδρα στη Βουλή των Αντιπροσώπων, εξασφαλίζοντας το 61% των ψήφων. Υπήρξε ένας απότους πιο σκληρούς επικριτές του προέδρου Νίξον, για το σκάνδαλο του Γουότεργκειτ, αλλά είχε ταχθεί επίσης επανειλημμένα εναντίον της υπερβολικής ισχύος και παραδοσιακής επιρροής του συνδικαλιστικού κινήματος στη διαμόρφωση της πολιτικής του δημοκρατικού κόμματος. Το 1978 μεταπήδησε στη Γερουσία. Αποφάσισε να μη βάλει εκ νέου υποψηφιότητα για επανεκλογή στο σώμα, όταν πληροφορήθηκε το 1984 ότι πάσχει από καρκίνο.
Το 1991, μετά τη διαβεβαίωση των γιατρών ότι είχε επιτύχει πλήρως η αποθεραπεία του, ήταν ο πρώτος από τους Δημοκρατικούς, που ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του για το Λευκό Οίκο.
Μετά την αποχώρησή του από την καμπάνια για την προεδρία, το Μάρτιο του 1992, επειδή δεν διέθετε τα απαραίτητα κονδύλια για συνέχιση της εκστρατείας σε μεγάλες πολιτείες όπως η Νέα Υόρκη, ο Τσόγκας εργάστηκε σε ένα μεγάλο δικηγορικό οίκο της Βοστώνης και εξακολούθησε να συμμετέχει ενεργά στα δημόσια πράγματα της ιδιαίτερης πατρίδας του. Μαζί με τον πρώην γερουσιαστή, Ρεπουμπλικανό Γουόρεν Ράντμαν, ίδρυσαν τον συνασπισμό Concord Coalition με στόχο τη χάραξη μιας νέας, συντηρητικότερης οικονομικής πολιτικής για την αντιμετώπιση των μεγάλων οικονομικών διλημμάτων του κρατικού μηχανισμού.
Αφησε πίσω του τη σύζυγό του Νίκη και τις τρεις θυγατέρες τους.
[ Ορθόδοξος Παρατηρητής - Ετος 62, Αρ. 1123 - Φεβρουάριος 1997 - σσ. 13, 17 ]
|